search

ΑΡΘΡΑ

Ο Martin Turner έρχεται σε Θεσσαλονίκη (Παρασκευή 23/2, Eightball) και Αθήνα (Σάββατο 24/2, Κύτταρο) για τα 45 χρόνια του Argus και εμείς ξετυλίγουμε το κουβάρι ενός μυθικού δίσκου, τόσο της δημιουργίας του, όσο και της βαριάς σκιάς που έριξε στους δημιουργούς του...

Εν έτει 2018, το όνομα Wishbone Ash ξεπηδά θαρρείς από τα σκονισμένα χειρόγραφα κάποιου παλιού καιρού, που εξιστορούν τα κλέη των ηρώων μιας ηρωικής μα απροσδιόριστης εποχής. Αν και εκτός μουσικής επικαιρότητας μετά το 1982 –όταν το Twin Barrels Burning βρέθηκε στο #22 των βρετανικών charts, χαρίζοντάς τους την τελευταία τους επιτυχία– το γκρουπ παραμένει σταθερό σημείο στο οποίο σκοντάφτουν όσοι νεότεροι ψαχουλεύουν τη rock διάσταση της δεκαετίας του 1970 και πάντα για τον ίδιο λόγο: για το Argus του 1972. 

Το συγκρότημα φτιάχτηκε το 1969 στο Torquay της Αγγλίας, από τον τραγουδιστή/μπασίστα Martin Turner και τον ντράμερ Steve Upton. Είναι μια πληροφορία με αξία πέραν της εγκυκλοπαιδικής, κρατήστε τη για τη συνέχεια. Τη φήμη τους, όμως, την έχτισε ένα καπρίτσιο της τύχης: κάνοντας δηλαδή audition για κιθαρίστα, έμειναν με δύο υποψηφίους ισάξιους σε όλα τους, τον Andy Powell και τον Ted Turner. Μη μπορώντας λοιπόν να επιλέξουν, αποφάσισαν να έχουν ...δύο κιθαρίστες! Ήταν μια ασυνήθιστη κίνηση για την εποχή, αφού ελάχιστες rock μπάντες το είχαν αποπειραθεί ως τότε, π.χ. οι Allman Brothers Band και οι Quicksilver Messenger Service. Οι δε Wishbone Ash κινήθηκαν προς εντελώς διαφορετικά μονοπάτια από εκείνους, χτίζοντας έτσι έναν πολύ προσωπικό ήχο, ο οποίος αποδείχθηκε τεράστια επιρροή για τους Iron Maiden και πολλούς ακόμα «σκληρούς» επιγόνους. 

47jArgus_2.jpg

Τον Μάιο του 1970, βρέθηκαν να ανοίγουν μια συναυλία των Deep Purple στο Dunstable Civic Hall. Οι τελευταίοι τους κάλεσαν λοιπόν για soundcheck, το οποίο φαίνεται ότι εξελίχθηκε σε κιθαριστική μονομαχία μεταξύ του «πολύ» Ritchie Blackmore και του Andy Powell. Εντυπωσιασμένος, ο Blackmore επικοινώνησε με τη δισκογραφική MCA και τους πρότεινε τη μπάντα, πράξη που οδήγησε σε συμβόλαιο και στην έκδοση του πρώτου τους άλμπουμ Wishbone Ash, τον Δεκέμβριο του 1970. Δεν ήταν κανάς σπουδαίος δίσκος, ήταν όμως καλοφτιαγμένος, συμπαγής και έκανε εντύπωση, τόσο για τις διπλές του κιθάρες, όσο και για το ιδιαίτερο rock χαρμάνι του, που ακροβατούσε επιτυχώς μεταξύ ψυχεδέλειας, progressive, folk και hard rock. Έστειλε έτσι εύκολα τους Wishbone Ash στο #29 της Βρετανίας, ενώ δημιούργησε και μια μικρή φήμη στις Η.Π.Α. (#208).


Τίποτα πάντως στο ντεμπούτο αυτό ή στο πιο folk Pilgrimage του 1971 (Βρετανία #14, Η.Π.Α. #174) δεν προϊδέαζε για ό,τι θα γινόταν στο Argus.

Ο Martin Turner το πήρε πάνω του στιχουργικά και έφτιαξε ένα χαλαρό concept φαντασίας, το οποίο απηχούσε τις σπαθοφόρες συγκρούσεις στη μεσαιωνική Αγγλία. Το άφησε μάλιστα αρκετά γενικόλογο στους στίχους, με αποτέλεσμα καθείς να φαντάζεται τα δικά του, πάντοτε σε συνάφεια με τον τίτλο (ο οποίος παρέπεμπε βέβαια στο αρχαίο Άργος, με όλα τα σχετικά από την Ιλιάδα και τις ελληνικές τραγωδίες) και με το εκπληκτικό εξώφυλλο που έφτιαξε για το άλμπουμ η Hipgnosis –η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Gorge du Verdun της Προβηγκίας, το δε κοστούμι ήταν δανεικό, από τα γυρίσματα της ταινίας The Devils του Ken Russell. Πάρτε για παράδειγμα το "The King Will Come", ίσως το πιο γνωστό κι αγαπημένο τραγούδι του δίσκου: εύκολα φαντάζεσαι τα αντίπαλα στρατεύματα να βαδίζουν για να συναντήσουν το ένα το άλλο με φόντο την αγγλική εξοχή, εξίσου εύκολα, όμως, ένα πιο χριστιανικό πνεύμα θα μπορούσε να βρει εδώ ένα άσμα για τη Δευτέρα Παρουσία· άλλωστε ο Powell, αργότερα, θα έλεγε ότι πηγή έμπνευσης του Turner ήταν βασικά η Αγία Γραφή.



Το Argus είχε μόλις 7 τραγούδια και 45 περίπου λεπτά συνολική διάρκεια. Κι όμως, και τα 7 του κομμάτια πέτυχαν, άλλα λιγότερο, άλλα περισσότερο, να κάνουν όνομα. Το "The King Will Come" είναι σίγουρα εκείνο που θα πετύχετε πιο συχνά στα ραδιόφωνα του σήμερα, ίσως γιατί στα 7 του λεπτά αποτελεί μια επιτομή των επιτευγμάτων των Wishbone Ash, οι οποίοι έδεσαν τότε με μνημειώδη τρόπο όλες τις progressive, hard και folk αναφορές τους σε έναν συμπαγή, μοναδικό ήχο, που ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, έχει διατηρήσει ακέραιη τη φρεσκάδα του. Το "Time Was" μας επιτρέπει να προσθέσουμε στις αναφορές του γκρουπ τους Who, το "Blowin' Free" έχει μάλλον το πιο αναγνωρίσιμο κιθαριστικό hook που άφησαν οι Wishbone Ash –ψάξτε το αποτύπωμά του στο "The Boys Are Back In Town" των Thin Lizzy, αλλά και στο "Reelin' In The Years" των Steely Dan– το "Leaf And Stream" θα ήταν κόσμημα σε οποιοδήποτε βρετανικό folk άλμπουμ της εποχής, το "Throw Down The Sword" κάνει έξοχο φινάλε με διπλές κιθάρες και είναι ένα σημείο που μπορείς μέχρι και (πρωτο)metal να το χαρακτηρίσεις.

Σε αντίθεση με διάφορα χαμένα διαμάντια της εποχής, το Argus πέρασε τότε στο ευρύ κοινό, χαρίζοντας στους Wishbone Ash τη μοναδική τους top-10 επιτυχία στην πατρίδα Βρετανία (#3), αλλά κι ένα #169 στις Η.Π.Α., όπου στόμα-με-στόμα, στη συνέχεια, θα γινόταν δίσκος αναφοράς. Όλα αυτά επέτρεψαν στο γκρουπ να αποκτήσει διεθνές προφίλ, του χάρισαν καλές κριτικές και κόσμος άρχισε να μαζεύεται στις συναυλίες.



Περιέργως, όμως, δεν έκατσαν σε καμία να παίξουν το Argus στην εντέλειά του, παρότι το σήκωνε κάτι τέτοιο και η διάρκειά του και ο χαρακτήρας του, μα και η απήχησή του. Ίσως γιατί έγινε γρήγορα φανερό ότι άπλωσε ταυτόχρονα και μια βαριά σκιά στο σχήμα, γενόμενο ορόσημο και ταβάνι τους την ίδια στιγμή: έβγαλαν κι άλλους ωραίους δίσκους οι Wishbone Ash, ουδέποτε ξεπέρασαν όμως το Argus. Και οι τριγμοί που προξένησε αυτό θα φαίνονταν ήδη από τα 1970s, πρώτα με την παραίτηση του Ted Turner ύστερα από την ηχογράφηση του Wishbone Four (Βρετανία #12, Η.Π.Α. #44), ύστερα με μια αλλοπρόσαλλη απόπειρα ένταξης στο αμερικάνικο soft rock στυλ, κατόπιν με τις απόπειρες του Martin Turner, προς τα τέλη της δεκαετίας, να προσαρμόσει το ερμηνευτικό του στυλ στον David Bowie.

Με το No Smoke Without Fire (1978) να τους επιστρέφει σε γνώριμα μονοπάτια αλλά να χάνει το βρετανικό top-40 (#43) και να σημειώνει την πρώτη φορά που η Αμερική έδειξε αδιαφορία, η MCA άρχισε να ανησυχεί. Ζήτησε έτσι από το γκρουπ μουσική με περισσότερη εμπορική δυναμική. Παραμένει αμφιλεγόμενο τι ακριβώς συνέβη τότε, ποιος έριξε την ιδέα ότι έπρεπε να προσληφθεί ένας τραγουδιστής και ο Martin Turner να περιοριστεί στον ρόλο του μπασίστα –όπως και το τι υποστήριξη βρήκε η ιδέα αυτή ανάμεσα στα μέλη. Σε μια συνάντηση στο σπίτι του Turner, πάντως, ο τελευταίος, αρνούμενος να αποδεχθεί κάτι τέτοιο, παραιτήθηκε (1980). Το αστείο είναι ότι αντικαταστάθηκε από έναν ακόμα μπασίστα/τραγουδιστή, τον John Wetton, οπότε ποτέ δεν ήρθε ο frontman για τον οποίον κι έγινε όλη η φασαρία.

Εκείνα τα γεγονότα ευθύνονται για τη σημερινή, λυπηρή κατάσταση, στην οποία έχουμε ουσιαστικά 2 αντίπαλες εκδοχές των Wishbone Ash. Η μία είναι η ας την πούμε «νόμιμη», αυτή του Andy Powell, ο οποίος κι έχει κερδίσει δικαστικά το δικαίωμα χρήσης του ονόματος, πάνω στο γεγονός της παραίτησης του Turner πίσω στο 1980. Και η άλλη είναι η ας την πούμε «ηθική», εκείνη του Turner (υπό το όνομά του σκέτο, για να μην υπάρχουν νομικά ζητήματα), που στην περίπτωση της live παρουσίασης του Argus έχει σίγουρα με το μέρος της το γεγονός ότι στάθηκε ο στιχουργός του, ο ορίτζιναλ τραγουδιστής των περίφημων συνθέσεών του, και βεβαίως ο αρχικός συν-ιδρυτής του όλου πράγματος.

Στις μέρες μας, και οι 2 εκδοχές περιοδεύουν κατά καιρούς παίζοντας το Argus. Είναι όμως αλλιώς να το βλέπεις με τον Turner και ας μην έχει η συναυλία το βαρύ όνομα «Wishbone Ash» να τη στεφανώνει. Το έχουμε διαπιστώσει και στο παρελθόν, όλα δε δείχνουν ότι θα το πιστοποιήσουμε ξανά, στο ραντεβού της 24ης Φεβρουαρίου στο Κύτταρο (οι Αθηναίοι) και μια μέρα πριν στο Eightball (οι Θεσσαλονικείς).