search

ΔΙΕΘΝΗ

Η Αμερικανίδα μουσικός θριαμβεύει στο κάπως «φλου» όπου εξακολουθεί να βρίσκεται η βιόλα και επανασυστήνει το διάσημο έργο, φτάνοντας σε έναν δίσκο που μάλλον θα αποτελέσει στάνταρ για τη δική μας εποχή

Label | ECM/A&N
Κυκλοφορία | 10/2018
Βαθμολογία | 8

Λόγω της ισοπεδωτικής κακοχρησίας της ταμπέλας «κλασική μουσική», το μπαρόκ αποτελεί terra incognita στη συνείδηση των πολλών. Αλλά ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Johann Sebastian Bach) στέκει ακόμα ως καλλιτεχνικός κολοσσός: όπως και αν το ονομάσεις το έργο του εξακολουθεί να λογίζεται ως ορόσημο, παρά το διάβα του χρόνου και την ποικιλία ήχων που αναπτύχθηκε μετά την εποχή του.

Οι 6 Σουίτες για Τσέλο (γραμμένες από το 1717 ως το 1723) δεν ήταν πάντοτε ορατές στο κοινό· από τις αρχές όμως του 20ού αιώνα, όταν τις ανέσυρε ο Pablo Casals από τη λήθη, παραμένουν σταθερό σημείο αναφοράς. Και είναι περιττό να γράψουμε πόσο απασχόλησε το συγκεκριμένο έργο τους τσελίστες: ηχογραφήσεις με το εκτόπισμα του Mstislav Rostropovich ή του Yo-Yo Ma, έχουν φτάσει με διάφορους τρόπους και στον πολύ κόσμο.


Εδώ, ωστόσο, οι 6 Σουίτες μεταγράφονται για βιόλα, ένα όργανο συγγενές με το τσέλο, αλλά και αρκετά διαφορετικό. Αποτελώντας βασικά μια γέφυρα μεταξύ βιολιού και τσέλου, μοιάζει με το τελευταίο στο «βάθος» του ηχοχρώματος, ενώ την ίδια στιγμή διατηρεί κάτι από την «τσαχπινιά» του βιολιού.

Στα 66 της, η Kim Kashkashian είναι μία μουσικός που κατέχει τα μυστικά της βιόλας όσο πολύ λίγοι. Παράλληλα, διατηρεί μια ζωντανή σχέση με τον Μπαχ: ο συνθέτης βρίσκεται διαρκώς στην καθημερινότητά της –έστω και σε επίπεδο απλής εξάσκησης– ενώ έχει «αναμετρηθεί» μαζί του ξανά, παίζοντας λ.χ. στο πλευρό του Keith Jarrett για ένα ιστορικό ECM άλμπουμ πάνω στις Σονάτες για Βιόλα ντα Γκάμπα και Τσέμπαλο (1994). Ο συνδυασμός μοιάζει ιδανικός και, πράγματι, έτσι αποτυπώνεται και στον παρόντα δίσκο.

Τα εξάρια μαζεύονται βέβαια πολλά για τους ...προληπτικούς (6 οι Σουίτες, 6 τα μέρη κάθε μίας, 66 η Kashkashian), οι υπόλοιποι όμως θα απολαύσετε εδώ μια απλή αλήθεια, κάθε μουσικής: αν ένα όργανο παίζεται πολύ καλά, σύντομα το αντιμετωπίζεις κυριολεκτικά ως «όργανο»· ως ένα μέσο δηλαδή το οποίο σου κοινωνεί κάτι βαθύτερο, άυλο, σε τόσο ευθεία επαφή με τον εσωτερικό σου κόσμο, ώστε να χάνεται η υπόσταση του συγκεκριμένου (αν ακούς π.χ. βιόλα, τσέλο, κάτι άλλο).

Μόνη της απέναντι στον Μπαχ, η Kashkashian πετυχαίνει μια απόδοση με τέτοιο βεληνεκές, επιδεικνύοντας ζηλευτή ευχέρεια στις παικτικές απαιτήσεις των συνθέσεων. Η κάπως «φλου» κατάσταση στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται η βιόλα (τόσα χρόνια δεν έχει καν παγιωθεί σε συγκεκριμένο μέγεθος) φαίνεται μάλιστα να απελευθερώνει τη μουσική της φαντασία, αντί να της θέτει φραγμούς. Έτσι, σε ένα έργο γνώριμο, φέρνει ένα πολύτιμο προσωπικό φίλτρο. Και μέσω αυτού το επανασυστήνει, αναζωογονώντας τον ήχο του, αλλά και τη σχέση μας μαζί του.

Στο "Menuet" ας πούμε τμήμα της Σουίτας 1, η Αμερικανίδα μουσικός διαλέγει να κάνει μια μικρή μα αισθητή παύση, κινούμενη στον αντίθετο δρόμο της Nabuko Imai, που το 1999 ηχογράφησε κι εκείνη (θαυμάσια) τις 6 Σουίτες με βιόλα, παίζοντας το συγκεκριμένο κομμάτι με μια στεντόρεια, ακατάπαυστη ισχύ. Αντίστοιχα, στο "Gavotte" της Σουίτας 6, εκεί όπου μία ακόμα σημαίνουσα βιρτουόζος της βιόλας, η Lillian Fuchs, επέδειξε δυναμισμό στις δικές της εκτελέσεις (1951-1954), η Kashkashian επιλέγει χαμηλούς τόνους, προφανώς θεωρώντας ότι υπηρετείται καλύτερα από μια πιο λεπτεπίλεπτη προσέγγιση. Και στις δύο περιπτώσεις, φέρνει πιο εύστοχα στο προσκήνιο τη στοχαστική ποιητικότητα και τη «γλύκα» των συνθέσεων του Μπαχ.

Ίσως οι 6 Σουίτες να ακούγονται πάντα καλύτερα παιγμένες με τσέλο, όπως άλλωστε τις φαντάστηκε και ο δημιουργός τους. Αλλά για το πώς μπορούν να αποδοθούν με βιόλα, το σπουδαίο αυτό άλμπουμ θα αποτελέσει νομίζω το στάνταρ της δικής μας εποχής.

ακούτε ένα σύντομο απόσπασμα, εδώ