search

ΔΙΕΘΝΗ

Μια τελετουργία που εκφράζεται πρωτίστως με ρυθμικούς όρους, προσφέροντας ένα βραδυφλεγές και (ανα)στοχαστικό γκρουβ, ικανό να ξεκλειδώσει τον νου και το πνεύμα μετά από μια δύσκολη μέρα...

Label | ECM/A&N
Κυκλοφορία | 5/2018
Βαθμολογία | 8

«Ritual groove». Έτσι ονομάζει ο Ελβετός πιανίστας Nik Bärtsch την προσέγγιση την οποία ακολουθεί πιστά εδώ και δύο περίπου δεκαετίες με τα δύο του πρότζεκτ, τους Ronin και τους Mobile. Τι θα μπορούσε, όμως, να κάνει ένα γκρουβ «τελετουργικό»;

Μια μορφή μουσικού διαλογισμού είναι προφανώς μέσα στους διακηρυγμένους στόχους του Bärtsch. Κι ο διαλογισμός (έτσι όπως όντως είναι ή έτσι όπως λογίζεται στη μπερδεμένη εποχή μας) εμπεριέχει την έννοια της πειθαρχίας, καθώς απαιτείται μια κάποια πειθάρχηση του νου, του σώματος και του πνεύματος για να αποκτήσουμε πρόσβαση στις ενδότερες επικράτειες του εαυτού ή στα πεδία μιας κάπως βαθύτερης συνειδητότητας.


Σε λίγο διαφορετικά συμφραζόμενα, η πειθαρχία είναι μάλλον απαραίτητη για να φανταστούμε τεχνολογίες αντίστασης και τρόπους αυτονόμησης από τους τόσους ετεροκαθορισμούς που έχουν φυτέψει μέσα μας οι κυρίαρχοι μηχανισμοί κοινωνικής αναπαραγωγής. Mια πειθαρχημένη στάση εναντίον τους γίνεται ένα μέσο το οποίο μας βγάζει στο ανοιχτό πέλαγος κι έχει ως απώτερο προορισμό την ελευθερία· είναι επίσης απαραίτητη για να περάσουμε, όπως θα το έθετε ο Sun Ra, ένας από τους πρωτοπόρους της λεγόμενης «ελεύθερης» τζαζ, από το «αναπαραγωγικό σύστημα» στο «δημιουργικό σύστημα».

Εν πρώτοις, λοιπόν, το ritual groove είναι ένα πολύ πειθαρχημένο γκρουβ. Υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες και σπανίως εξοκείλει από αυτούς, παρότι χρησιμοποιεί τον αυτοσχεδιασμό ως μία από τις μεθοδολογίες της δράσης (μάλιστα στην ηχογράφηση, η οποία έγινε υπό τον Manfred Eicher της ECM, έχουν διατηρηθεί τα σύντομα φωνήματα του Bärtsch που ενημερώνουν την ορχήστρα για κάποια επικείμενη αλλαγή). Πρόκειται για κανόνες που υπαγορεύουν λιτές φράσεις και ρυθμικά μοτίβα που διαφεύγουν από την κυριαρχία των τεσσάρων τετάρτων και επαναλαμβάνονται μέχρι μια μικρή αλλαγή στον τονισμό να δείξει ότι στην πραγματικότητα η εξέλιξη των συνθέσεων δεν γίνεται στη βάση πλήρων κύκλων, αλλά ενός σπιράλ· το οποίο, όσο προχωράει, τόσο παραχώνεται στο εντός μας.

Μιλώντας για ρυθμικά μοτίβα, έχει ενδιαφέρον να αναζητήσουμε τα παραπάνω στοιχεία στους κατεξοχήν φορείς της ρυθμικής αγωγής: στο μπάσο και στα ντραμς. Από τη μία έχουμε τις συνήθως γεμάτες και στιβαρές μπασογραμμές του Thomy Jordi, οι οποίες σχεδιάζουν τη βασική κινησιολογία του γκρουβ, διατηρώντας το πάντα σε εγρήγορση· από την άλλη έχουμε το σχετικά αραιοδομημένο drumming του Kasper Rast (συνεργάτης του Bärtsch και στο σχήμα των Mobile), που αφήνει αυτό το γκρουβ να αναπνεύσει και διαπνέεται από μία σοφή οικονομία, χωρίς ποτέ να παρασύρεται σε εντάσεις που τελικά μπορούν και να παραληφθούν. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι οι εντάσεις λείπουν, αλλά ότι διαχέονται απολύτως αρμονικά στο σύνολο· και, αντί να υπογραμμίζονται με ένα δυναμικό γέμισμα, να διοχετεύονται σε μια στιγμιαία παύση ή σε έναν απρόσμενο τονισμό. Θα παρέθετα ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, αλλά το παίξιμο του Rast είναι τόσο απολαυστικό σε όλη τη διάρκεια του Awase, ώστε η απομόνωση μίας και μόνης στιγμής δεν έχει και τόσο νόημα.

Είναι βέβαια όλο το κουαρτέτο που λειτουργεί πρωτίστως με ρυθμικούς όρους, όχι μόνο η «επίσημη» rhythm section. Ακόμα δηλαδή και οι μελωδίες στο πιάνο του Bärtsch ή στο μπάσο κλαρινέτο και το άλτο σαξόφωνο του Sha αποκτούν μάλλον μεγαλύτερη αξία αν αναλυθούν ως ρυθμικά μοτίβα, παρά ως μελωδικά. Και ιδίως ο Bärtsch είναι εξαιρετικός στο πώς μπορεί να παρακολουθεί τους συντρόφους του και ταυτόχρονα να προσθέτει κι ο ίδιος το δικό του στίγμα.

Αν το γκρουβ λοιπόν είναι όντως «τελετουργικό», τότε μιλάμε για μια τελετουργία του ρυθμού, με τους ρυθμικούς κύκλους που διαγράφουν τα τέσσερα όργανα να μην ταυτίζονται πάντοτε, δίνοντας έτσι στον ήχο μια ευρυχωρία κι έναν συναρπαστικά πολυεπίπεδο χαρακτήρα. Αν, επίσης, το γκρουβ είναι όντως γκρουβ, τότε έχουμε ένα πολύ ιδιόμορφο γκρουβ, το οποίο ακολουθεί τις δικές του πειθαρχίες και μέσω αυτών αυτονομείται από τους ετεροκαθορισμούς, παίρνοντας τις αποστάσεις του από τον συνήθη ορισμό του γκρουβ ως μία ρυθμική αγωγή εξωστρεφής, εμπροσθοβαρής και λίγο ή πολύ εκστατική. Το γκρουβ των Ronin είναι περισσότερο βραδυφλεγές και (ανα)στοχαστικό και δημιουργεί εκείνη την απαραίτητη δόνηση μόνον όταν το σπιράλ της κίνησής του το οδηγήσει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων.

Ωστόσο, σ' ένα μουσικό περιβάλλον που αντλεί από την εξόχως ευρωπαϊκή εκδοχή της τζαζ (μια εκδοχή πολύ πιο λόγια και «εγκεφαλική» σε σχέση με την αφροαμερικανική), τα παραπάνω ενδέχεται να κάνουν τη μουσική λιγάκι τεχνοκρατική. Κάτι που με τη σειρά του μπορεί να μας απομακρύνει από την αυθόρμητη έκφραση, η οποία σχετίζεται μάλλον με τη συναισθηματική, την αισθαντική ή τη σωματική ευφυΐα, κι όχι τόσο με την εγκεφαλική. Ακόμα κι έτσι, όμως, το γκρουβ των Ronin καταφέρνει να γίνει διεισδυτικό και να κατευθύνει τον ακροατή του σε περιοχές που μπορούν όντως να επικαλεστούν μια κάποια διαλογιστική αξία, όπως και μια σχεδόν ποιητική δυναμική –κι αυτό παρότι ο Bärtsch αρνείται πεισματικά να δώσει στις ορχηστρικές του συνθέσεις κάποιο όνομα περιωπής, που θα ενισχύσουν μια τέτοια δυναμική. Επιμένει αντιθέτως να τις αποκαλεί απλώς «moduls» (“Modul 36”, “Modul 59” κ.ο.κ.).

Το Awase περιλαμβάνει 5 τέτοια «moduls», καθώς και μια ανάλογη σύνθεση του Sha (η οποία λαμβάνει την κωδική ονομασία “A”). Απαιτεί επίσης 65 λεπτά από τον χρόνο σας, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα σας αποζημιώσει, καθώς περιλαμβάνει σε ικανές ποσότητες όλα εκείνα τα στοιχεία που ξεχώρισαν τον Nik Bärtsch ως μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στο ευρωπαϊκό μουσικό γίγνεσθαι. Ένα από αυτά τα στοιχεία είναι χρηστικό κι έχει να κάνει με την καταπραϋντική λειτουργία της μουσικής των Ronin, ικανή να ξεκλειδώσει τον νου και το πνεύμα σας μετά από μια δύσκολη μέρα. Κάτι διόλου αμελητέο…