search

ΔΙΕΘΝΗ

Οι δύο Νεοζηλανδοί αυτοσχεδιαστές σε οδηγούν σε μία πυκνότατη ζούγκλα, στην οποία ο κίνδυνος του ανεξερεύνητου αποδεικνύεται ίδιος με την ηδονή του καινούργιου...

Label | Rattle
Κυκλοφορία | 3/2018
Βαθμολογία | 8

Τι δεν είναι το Ponguru, είναι η σωστή πρόταση για να ξεκινήσω να μιλώ γι' αυτόν τον άγνωστο σε επίπεδο συντελεστών δίσκο: προέρχεται από τη Νέα Ζηλανδία και κυκλοφορεί από τη Rattle, η οποία φιλοξενεί στον κατάλογο των καλλιτεχνών της και τη δική μας (και πολύ καλή) Τάνια Γιαννούλη, που επίσης έβγαλε φέτος καινούρια δουλειά στην ετικέτα.

Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν είναι κάποιο ευτελές παίγνιο με την παράδοση των Μαορί, την οποία και εκπροσωπεί στον δίσκο ο Al Fraser, πολυοργανίστας και από τους καταξιωμένους στον χώρο του nga taonga puoro –ήτοι, στη γνώση των πολλών και διαφορετικών οργάνων της ιθαγενούς παρακαταθήκης της Νέας Ζηλανδίας. Επίσης, το Ponguru δεν είναι ένα ακόμα βαρετό πείραμα, από αυτά που πλέον κρίνονται πεπερασμένα, καθώς υπάρχουν ηχογραφημένες πολλές εκδοχές τους. Ο Phil Boniface, μπασίστας με περγαμηνές (και) στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει ως πρώτες ντιρεκτίβες της τέχνης του την αυτοτέλεια της νότας και την αρτιπαιξία της, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να τον βάζει στα αποστειρωμένα περιβάλλοντα στα οποία μας έχει συνηθίσει τελευταία τόσο η αμερικάνικη, όσο και η σκανδιναβική προσέγγιση.


Τι είναι λοιπόν το Ponguru. Είναι πρώτα-πρώτα το άθροισμα ωρών (τολμώ να πω) ενδοσυνεννόησης μεταξύ του Fraser και του Boniface. Οι δύο συντελεστές έχουν όμοιο εργασιακό περιβάλλον ήδη από το 1998, όντας συμπαίκτες σε πολλές μπάντες, κάτι που τους εξασφάλισε μία άρτια και χωρίς ανταγωνισμούς συνύπαρξη. Και πηλίκο αυτής της μεταξύ τους ισορροπίας είναι η ατμόσφαιρα του άλμπουμ, την οποία ορίζουν φλογέρες και κοντραμπάσο σε πορείες που δεν διακρίνονται από το σπαστικό φαινόμενο των ενορχηστρώσεων που θέλουν τα όργανα να «συνομιλούν». Αντιθέτως, οι ενορχηστρώσεις εδώ βαδίζουν παράλληλα και εξερευνούν. Και, σημειωτέον, οι φλογέρες δεν μοιάζουν καθόλου ούτε με τις κέλτικες, ούτε με το γνωστό στους φίλους της ιαπωνικής παραδοσιακής μουσικής σακουχάτσι.

Ένα ακόμα δυνατό και έξυπνο σημείο είναι ότι δεν εμπεριέχονται συνθέσεις-μανουάλια, τουτέστιν μακρόσυρτες αναγομώσεις μίας ιδέας, που φτάνει να τεντώνεται είτε ως ατμόσφαιρα, είτε ως ακολουθία συγχορδιών σε επίπεδο επιθετικής χαύνωσης. Ίσα-ίσα, το Ponguru σε οδηγεί σε μία πυκνότατη ζούγκλα (και απορείς αν είναι μεταφυσική ή πραγματική), στην οποία ο κίνδυνος του ανεξερεύνητου αποδεικνύεται ίδιος με την ηδονή του καινούργιου, μα σου αφήνει εν τέλει και ξέφωτο ώστε να πάρεις ανάσες.

Το άλμπουμ έχει επομένως εκείνη ακριβώς την οξυδέρκεια που του χρειάζεται ώστε να μην πέσει θύμα του ίδιου του τίτλου, μιας και στα Μαορί η λέξη «ponguru» σημαίνει βροντώδης/ηχηρός. Ο στόμφος μένει εξαρχής μακριά από το δίδυμο Fraser & Boniface, ενώ το βροντώδες έχει να κάνει περισσότερο με μια εσωτερικότητα ψυχής στον τρόπο παιξίματος παρά με την όποια προσπάθεια εξεζητημένου και παρατεταμένου χρονικά δείκτη στο volume. Είναι ένας από τους πιο όμορφους και ειλικρινείς δίσκους που άκουσα φέτος.