search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Ψάχνεις με το κιάλι να βρεις κάτι που θα θυμάσαι σε 3,4,5 χρόνια, μέσα σε έναν δίσκο όπου κυριαρχεί μια μεσοβέζικη κατάσταση, στην οποία τίποτα δεν είναι τραγικά κακό και τίποτα καταφανώς καλό...

Label | Minos-EMI/Universal
Κυκλοφορία | 6/2018
Βαθμολογία | 4

Δέκα χρόνια συμπληρώνονται φέτος απ' όταν η 25χρονη (τότε) Ελεωνόρα Ζουγανέλη έγινε μαζικά αναγνωρίσιμη, αλλά και η μεγάλη εξαίρεση στη μάστιγα όσων μέτριων τέκνων ξεκινούν δισκογραφική καριέρα ποντάροντας στο «βαρύ» όνομα ενός διάσημου γονιού. Το "Έλα" δεν ήταν βέβαια και το καλύτερο τραγούδι στον κόσμο, ήταν όμως ό,τι χρειαζόταν για να σημειώσεις τις ερμηνευτικές δυνάμεις, την ωραία φωνή, αλλά και τη φρεσκάδα που τόνωνε την (πάντα ταλαιπωρημένη) υπόθεση της ελληνικής ποπ.

Δέκα χρόνια μετά, ακούγοντας το Που Με Φτάσανε Οι Έρωτες, διατρέχω ξανά τη διαδρομή ψάχνοντας να βρω πού, πώς και γιατί χάθηκαν όλα εκείνα. «Χάθηκαν», θα μου πείτε, πολύ σχετικό. Γιατί η Ζουγανέλη είναι μεγάλο όνομα για τα σημερινά δεδομένα –αναγνωρίσιμη, αγαπητή, ικανή να γεμίζει χειμερινά μαγαζιά στα οποία, αν δεν στριμωχτείς στο μπαρ, θα πρέπει να αντέχει η τσέπη για να τη χαρείς με μια κάποια άνεση. Όμως το ραντάρ κάπου έπαψε να εντοπίζει το ελπιδοφόρο καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Και δεν ευρέθη ούτε στην περίπτωση του ιντριγκαδόρικα τιτλοφορημένου νέου δίσκου, όσο κι αν παίζουν τα αυτοπροσδιοριζόμενα ως «ποιοτικά» ραδιόφωνα τα "Δεύτερα Κλειδιά" ξανά και ξανά.


Το κομβικό σημείο βρίσκεται νομίζω στο 2013, όταν βγήκε το Μετακόμιση Τώρα. Σωστά έγραφε τότε στην κριτική του ο Άγγελος Γεωργιόπουλος για μια «μετατόπιση ενδιαφέροντος» από τις ποπ/ροκ φόρμες των 2 πρώτων δίσκων σε έναν πιο εγχώριο ήχο, με έντονη γεύση από το έντεχνο, το παραδοσιακό, ακόμα και το λαϊκό ρεπερτόριο (ολόκληρο το κείμενο, εδώ). Το πείραμα απέδωσε ένα μεγάλο και πράγματι ευπρόσωπο σουξέ ("Η Επιμονή Σου") οπότε προφανώς κρίθηκε επιτυχές, παρότι η καλλιτεχνική σούμα παρέμεινε λίγο-πολύ η ίδια: 3 μέτριοι γενικά δίσκοι με 1 πολύ ξεχωριστό άσμα ο καθένας (το δεύτερο που σας λείπει είναι η "Αττική Οδός", από το Έξοδος 2 του 2010).

Έκτοτε, ωστόσο, θόλωσε το μέτρο, θάμπωσε και η Ζουγανέλη που ξέραμε. Τη μία Μελίνα Μερκούρη στο Να Με Θυμάσαι Και Να Μ' Αγαπάς (2014), ύστερα Edith Piaf στο Εθνικό Θέατρο (2015), τώρα κάπου μεταξύ Νατάσσας Μποφίλιου και Άννας Βίσση στο Που Με Φτάσανε Οι Έρωτεςσυνεχώς κάποια άλλη, μα ποτέ αυτή. Φυσικά και παραμένει καλή τραγουδίστρια, έχει μάλιστα εξελίξει και αρκετά από όσα καταγράφηκαν το 2008, φτάνοντας σε μια ολοκλήρωση που λίγες γυναικείες φωνές διαθέτουν στη νυν επικαιρότητα. Όμως δεν υπάρχει πια ταυτότητα και στίγμα, παρά συνεχείς τεθλασμένες ανάμεσα σε μεγαλίστικα έντεχνα δράματα, σε νεοπαραδοσιακές αναπαλαιώσεις και σε αναίτιες φωνασκίες με (κάτι σαν) ροκ φόντο.

Γιώργος Καραδήμος, Στέφανος Κορκολής, Πόλυς Κυριάκου, Κώστας Λειβαδάς, Δημήτρης Μαραμής, Sunny Μπαλτζή, Νίκος Μωραΐτης, Μάκης Σεβίλογλου, Σταύρος Σιόλας, Ελένη Φωτάκη και Γιάννης Χριστοδουλόπουλος είναι μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα που αναλαμβάνουν με τις μουσικές και τους στίχους τους να ορθώσουν για έναν ακόμα δίσκο το περιβάλλον στο οποίο θα αισθάνεται άνετα η Ζουγανέλη, με τον Ευριπίδη Ζεμενίδη να έρχεται να τα ενοποιήσει όλα με μια ενορχήστρωση ούτε πολύ του εντέχνου, ούτε υπερβολικά μονδέρνα· για να τα παίξει και ο Μελωδία τα καινούρια, αλλά να αρέσουν και στο κοινό εκείνο που όταν μπαίνει στα διάφορα sites κράτησης τραπεζιών θα βρει τη Ζουγανέλη στα «εναλλακτικά» (και θα χαρεί γι' αυτό).

Αν και υπάρχουν διαβαθμίσεις στο τι κομίζει καθένας, κυριαρχεί η αστοχία. Τα "Δεύτερα Κλειδιά" ήθελαν ίσως να γίνουν ύμνος στη γυναικεία φιλία στο επίκαιρο περιβάλλον της ασταθούς προσωπικής ζωής, αλλά γλίστρησαν στο ελαφρολαϊκώς μελό. "Που Με Φτάσανε Οι Έρωτες" έχει ενδιαφέρον ως δήλωση, μένεις όμως με έναν ακόμα ανεκπλήρωτο από τους πολλούς, με κλάματα, πόρτες που τρίζουν και νύχτες αξημέρωτες. Στο "Αγάπη Δεμένη" χάνεται η ευκαιρία για ένα σχόλιο στη γάγγραινα της καθημερινής εργάσιμης –σιγοκλαίμε στη γωνιά μας περιμένοντας πότε θα πάμε κανά ταξίδι με το αμόρε, σε ένα απαύγασμα μικροαστικότητας. Ο Άρης Αποστολόπουλος κάτι επιχειρεί να γράψει στο "Αν Σου Λείπω" με τις βόλτες στα μπαράκια, τα σφηνάκια και τις εναλλαγές των CD, αλλά ο Μάκης Σεβίλογλου τα φαντάζεται όλα σε Παντελή Θαλασσινό, με τα λαούτα τους, τα βιολιά τους και τις φλογέρες τους. Και, ξαφνικά, βρίσκεσαι στις εξοχές, δίπλα σε νερά και κάτω από πλατάνια, σε ντεμέκ παραδοσιακές διαδρομές με ντουντούκ, ζουρνά και programming στο πεντάλεπτο ναδίρ του δίσκου δια χειρός Σταύρου Σιόλα.

Σε αντίθεση με όσα ίσως διαβάσετε στο τάδε ή στο δείνα τζι.αρ (όπου όλα καλώς καμωμένα τα βρίσκουν και τίποτα δεν τους χαλάει), θέλει κουράγιο να περάσεις τις Συμπληγάδες του "Γεροπλάτανου" και της "Άγριας Θάλασσας" και να ακούσεις το υπόλοιπο άλμπουμ. Ψάχνεις λοιπόν με το κιάλι να βρεις κάτι που θα θυμάσαι σε 3,4,5 χρόνια· κάτι που να υπερβαίνει το περιποιημένο φασόν μιας τάχα μου δήθεν μου μοντέρνας εντεχνίλας, η οποία σε ελάχιστα είναι πραγματικά σύγχρονη για όσους τουλάχιστον ακούμε και διεθνή μουσική –γιατί πολλοί συντάκτες «του ελληνικού» δεν ακούνε, να ξέρετε. Κυριαρχούν ισορροπίες, δοσολογίες, δολοπλοκίες υπέρ και κατά του λαϊκού στοιχείου (πόσο να αφήσω μάστορα, για να μη μας πούνε μπουζούκια;), μια μεσοβέζικη τέλος πάντων κατάσταση, στην οποία τίποτα δεν είναι τραγικά κακό και τίποτα καταφανώς καλό.